18 Δεκεμβρίου 1803 | Ο Χορός του Ζαλόγγου και το σύνθημα «Ελευθερία ή Θάνατος» συνοψίζει απόλυτα τον ηρωικό αγώνα των Ελλήνων

218 χρόνια μετά, και 200 χρόνια από την Ελληνική Επανάσταση του 1821, επιβεβαιώνουμε πως η ιδέα της ελευθερίας κατάφερε μέσα από την ηρωική αυτή εθνεγερσία να απαλείψει τις όποιες διαφορές, να συνενώσει και να αναδείξει εν τέλει νικητή το ολιγάριθμο των Ελλήνων έναντι της πολυάριθμης Οθωμανικής Αυτοκρατορίας!

Τον Ιούνιο του 1800 ο Αλή πασάς συγκέντρωσε πολυάριθμο στρατό και ξεκίνησε την τρίτη εκστρατεία του. Περικύκλωσε τα βουνά του Σουλίου και κυρίευσε τα γύρω χωριά. Οι υπερασπιστές του Σουλίου ήταν μόλις 1.500. Στον πόλεμο αυτόν, που ήταν ο πιο ένδοξος απ’ όλους τους προηγούμενους, οι Σουλιώτες, αν και ήταν ασύγκριτα πιο ολιγάριθμοι από τους Τουρκαλβανούς, νικούσαν και καταδίωκαν παντού τους εχθρούς τους.

Τρομοκρατημένοι οι Αλβανοί άρχισαν να διαμαρτύρονται «γιατί δε μπορούσαν πια να υποφέρουν τους πολέμους των Σουλιωτών». Ο Αλή διέταξε κι έκτισαν πύργους γύρω από το Σούλι, για να μην μπορούν οι Σουλιώτες να βγαίνουν και να προμηθεύονται τρόφιμα και πολεμοφόδια.

Οι Σουλιώτες όμως, παρόλο τον αποκλεισμό, σχημάτιζαν τμήματα από 40-50 τολμηρούς άνδρες και πήγαιναν τη νύχτα στα κοντινά χωριά και άρπαζαν ότι τους χρειαζόταν. Παρά τις επιδρομές τους αυτές οι Σουλιώτες βρέθηκαν σε απελπιστική κατάσταση από άποψη τροφών. Τα πάντα είχαν εξαντληθεί, και πολλοί πέθαιναν από την πείνα. Την κατάσταση επιδείνωσε η προδοσία του Πήλιου Γούση, που οδήγησε τους Αλβανούς, με αρχηγό τον Βελή, μέσα από δύσβατα μονοπάτια, και διευκόλυνε την κατάληψη του Σουλίου και των χωριών Αβαρίκου, Σαμονίβας και Κιάφας. Οι Σουλιώτες αναγκάστηκαν τελικά να αποσυρθούν στο Κούγκι, στο μικρό φρούριο της Αγίας Παρασκευής, και στο λόφο της Μπίρας δίπλα στην Κιάφα. Μετά από τρίμηνη στενή πολιορκία, δέχθηκαν τις προτάσεις του Αλή να φύγουν.

Έτσι στις 12 Δεκεμβρίου 1803 οι Σουλιώτες συνθηκολόγησαν και σύμφωνα με τη συνθήκη που υπογράφηκε δε θα παραδίνονταν, αλλά θα εγκατέλειπαν τα χωριά τους ανενόχλητοι και ελεύθεροι και θα πήγαιναν όπου ήθελαν, παίρνοντας μαζί τους τα σκεύη και τον οπλισμό τους. Ξεκίνησαν χωρισμένοι σε τρία σώματα. Στο Κούγκι έμεινε μόνον ο καλόγερος Σαμουήλ με 5 άνδρες, για να παραδώσει το χώρο και να παραλάβει το αντίτιμο για τα πολεμοφόδια που διατηρήθηκαν. Όταν μπήκαν οι Τουρκαλβανοί, έβαλε φωτιά στην πυριτιδαποθήκη του μοναστηριού και ανατινάχθηκε μαζί τους στον αέρα. Ο Αλή προφασίστηκε ότι η πράξη του Σαμουήλ αποτελούσε παραβίαση της συνθήκης και διέταξε την καταδίωξη των Σουλιωτών που έφευγαν.

Το πρώτο σώμα Σουλιωτών κατευθύνθηκε προς την Πάργα, την οποία κατείχαν οι Ρώσοι, με αρχηγούς τους Κίτσο Τζαβέλα, Δράκο και Ζέρβα, και έφτασε εκεί σώο.

Το δεύτερο και μικρότερο σώμα με 80 περίπου άνδρες κατευθύνθηκε προς την Ρηνιάσα (μεταξύ Πάργας και Πρέβεζας) όπου είχαν εγκατασταθεί ένα χρόνο νωρίτερα 27 οικογένειες Σουλιωτών προκειμένου να γλιτώσουν από την πείνα που επικρατούσε στο Σούλι. Όμως δεν τα κατάφεραν 500 περίπου Τουρκαλβανοί περικυκλώνουν την περιοχή και σφάζουν αδιακρίτως γυναίκες και παιδιά την ώρα που οι άνδρες δούλευαν στα χωράφια τους!

Το τρίτο σώμα , υπό τον Κουτσονίκα, από 800 άντρες, προχώρησε προς το Λούρο κι έφτασε ακέραιο μέχρι το Ζάλογγο, ένα χωριό με 10 περίπου σπίτια, πάνω στο ομώνυμο βουνό. Για περισσότερη ασφάλεια ανέβηκε στο μοναστήρι που ήταν στην κορυφή του. Το όνομα αυτού του βουνού της Ηπείρου έγινε σύμβολο της αγάπης για την ελευθερία, σαν ο τόπος όπου πραγματοποιήθηκε μια από τις άπειρες σκηνές αυτοθυσίας και ηρωισμού της δραματικής ιστορίας του θρυλικού Σουλίου.

Στις 16 Δεκεμβρίου φάνηκε πολυάριθμο σώμα Αλβανών του Αλή πασά και οι Σουλιώτες τότε, οχυρωμένοι στο μοναστήρι με τις γυναίκες και τα παιδιά τους, τους αντιστάθηκαν επί δύο μέρες.

Στις 18 Δεκεμβρίου, μια ομάδα υπό τον Κίτσο Μπότσαρη κατόρθωσε να διασπάσει τον κλοιό και 147 άντρες έφτασαν στην Πάργα. Όσοι απέμειναν στο μοναστήρι αιχμαλωτίστηκαν, ενώ οι 57 γυναίκες που βρίσκονταν εκεί, είχαν περικυκλωθεί και ζούσαν στιγμές αγωνίας και τρόμου. Αποφασισμένες να μην υποδουλωθούν κι ατιμαστούν, σέρνοντας το χορό του θανάτου έριξαν τα παιδιά τους στο γκρεμό και στη συνέχεια έπεσαν και οι ίδιες, μετατρέποντας το Ζάλογγο σε Μνημείο ανεπανάληπτου ψυχικού μεγαλείου.

Οι Σουλιώτισσες μέσα από τη θυσία τους πρόσφεραν μια ανεκτίμητη ηθική κληρονομιά στις επόμενες γενεές. Η αγάπη στην υψηλή έννοια της Πατρίδας είναι μια ιστορική πραγματικότητα για τους Έλληνες και αποτελεί ένα διαχρονικό στοιχείο της Ελληνικής Ιστορίας και του αγώνα του Ελληνικού Έθνους για την Ελευθερία. Έναν αγώνα που δε σταμάτησε ποτέ…!

Βιβλιογραφία

– Οι Σουλιώτες: Ιστορική πραγματεία/ Κωνσταντίνου Γ. Πανταζή/ Αθήνα/ Τυπογραφείον Προμηθεύς, 1976
– Σουλιώται και Ελευθερία/Δημ. Τ. Μπότσαρη/Αθήναι,1969
– Το νόημα του Σουλίου/ Βασίλη Κραψίτη/Εν Αθήναις/ Ηπειρώτικη Εταιρεία Αθηνών/1969
– Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. ΙΑ/Εκδοτική Αθηνών Α. Ε.

Το κείμενο είναι από την facebook σελίδα “ΕΣΤΙΑ Νέας Σμύρνης

Follow us on social media

Αφήστε ένα σχόλιο